Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

»Πρωτοχρονιατικη φαρσα

του Δημήτρη Καμπουράκη


Ο Γιωργάκης ήταν ο αγαθούλης τής παρέας. Καθόλου δεν θα τον κάναμε παρέα δηλαδή αν δεν ήταν ο μεγάλος του αδερφός ο Διονύσης, που τον έφερνε πάντα μαζί του μέχρι που τον συνηθίσαμε. Εδώ που τα λέμε, δεν μας ενοχλούσε ποτέ ο Γιωργάκης, ούτε αντιρρήσεις έφερνε, ούτε άποψη διατύπωνε. Ήταν ένα καλό παιδί και ακολουθούσε την παρέα στις αποφάσεις της σαν σκυλάκι, ευχαριστημένος που πορευόταν μαζί της κι ας ήταν... πια μαντράχαλος 22 χρονών. Φοιτητής της Παντείου ήταν ο Γιωργάκης τότε, με έτοιμο σχέδιο για τη ζωή του. Παρακολουθούσε ανελιπώς τα μαθήματα, διάβαζε ατέλειωτες ώρες κι έλεγε ότι μόλις τέλειωνε θα γινόταν δημόσιος υπάλληλος. Εμείς οι υπόλοιποι πάλι ήμασταν αληταρίες πρώτης γραμμής. Είχαμε βάλει πλώρη για αιώνιοι φοιτητές, αφήναμε τις σχολές μας και τρέχαμε με τα sleeping bags στα νησιά από τον Απρίλη, παίζαμε χαρτιά, φεσώναμε τα ουζερί και τις πιτσαρίες, πίναμε ό,τι μπορείτε να φανταστείτε, είχαμε διάφορες γκόμενες. Ο Γιωργάκης τίποτα απ’ όλα αυτά. Ο ορισμός του καλού κ’ αγαθού-λη.
Το βασικό μας πείραγμα ήταν ότι ποτέ δεν τον είχαμε δει με γυναίκα κι επειδή γινόταν κόκκινος σαν παντζάρι όταν τον ρωτούσαμε αν είχε δοκιμάσει το σεξ, την παραμονή της πρωτοχρονιάς του σωτηρίου έτους 1982 αποφασίσαμε να του κάνουμε μια χοντρή φάρσα. Το γλέντι είχε ούτως ή άλλως προγραμματιστεί στο σπίτι ενός Αθηναίου συμφοιτητή μας στην πλατεία Κολιάτσου, που λείπανε οι γέροι του. Μαζευτήκαμε λοιπόν καμιά εικοσαριά μακρυμάλληδες χαχόλοι με αμπέχωνα και καμιά δεκαριά ημίτρελες με τα άφιλτρα ΣΑΝΤΕ στα ταγάρια τους, για ν’ αλλάξουμε τον χρόνο και να διαλύσουμε το σπιτάκι των ανθρώπων. Ανάμεσα μας κι ο Γιωργάκης, που αρχίσαμε να τον ποτίζουμε από νωρίς. Άμαθος όπως ήταν στο αλκοόλ, τον αρχίσαμε με κάτι φτηνά κονιάκ και ουίσκια, τού μπουκώσαμε στο καπάκι ένα ξιδόκρασο που είχαμε αγοράσει από την ταβέρνα απέναντι... πόσο ν’ αντέξει το άδειο στομάχι του, μέσα σε μια ώρα ήρθε κι έγινε κουρούμπελο το παλικάρι. Όταν μετά την αλλαγή του χρόνου στρωθήκαμε στην τσόχα, ο Γιωργάκης έβλεπε 104 φύλλα στην τράπουλα. Χωρίς πολλές διατυπώσεις τον πήγαμε στο διπλανό δωμάτιο και τον ρίξαμε σ’ ένα κρεββάτι.
Κι αφού τον αφήσαμε να κοιμηθεί βαθιά, βάλαμε σε εφαρμογή το σχέδιο, παρά τις αντιρρήσεις του αδερφού του που τον λυπόταν. Από τις δέκα γυναίκες που ήταν στο σπίτι, οι πέντε αποδέχτηκαν το παιχνίδι. Οι πιο αδίστακτες, οι άλλες ντράπηκαν. Μπήκαν χωρίς θόρυβο στο δωμάτιο που κοιμόταν ο Γιωργάκης, γδύθηκαν εντελώς, φόρεσαν στα κεφάλια κάτι σακούλες του σούπερ-μάρκετ που τους άνοιξαν τρύπες στα μάτια και τη μύτη και άναψαν κεράκια για να δημιουργήσουν ατμόσφαιρα στο σκοτεινό δωμάτιο. Έπειτα πλησίασαν τον Γιωργάκη που ροχάλιζε, τον περικύκλωσαν από όλες τις πλευρές κι ενώ με το ένα χέρι κρατούσαν το κερί, με το άλλο άρχισαν να τον χαϊδεύουν απαλά σ’ όλο του το κορμί.
Όπως μας διηγήθηκαν αργότερα, διότι εμείς είχαμε μείνει στο άλλο δωμάτιο, οι θωπείες τους κράτησαν πάνω από πέντε λεπτά, δίχως να ξυπνήσει ο Γιωργάκης. Ανατρίχιαζε στον ύπνο του, μουρμούραγε ανάμεσα στους ρόγχους του, πάλευε, κουνούσε χέρια και πόδια, πήγαινε το κεφάλι του πέρα-δώθε, αλλά τα μάτια του δεν τα άνοιγε. Φανταστείτε τι μάχη γινόταν εκείνη την ώρα ανάμεσα στο αλκοόλ που του ‘λεγε «κοιμήσου» και στις αισθήσεις του, που από τα βάθη τού ασυνείδητου κραύγαζαν στον ιδιοκτήτη τους: «Ξύπνα μαλάκα!» Κάποια στιγμή όμως, η πραγματικότητα υπερίσχυσε. Ο Γιωργάκης άνοιξε τα μεθυσμένα του μάτια.
Η αντίδραση του ήταν εκπληκτική. Έμεινε για λίγο με το βλέμμα ακίνητο, μετά γούρλωσε τα μάτια και τα έστρεψε στις αλλόκοτες γυμνές υπάρξεις που τον είχαν περικυκλώσει και τον χάιδευαν. Κανένας δε μπορεί να φανταστεί ποια ακριβώς εικόνα αποτυπώθηκε στο συφοριασμένο του μυαλό, καθώς η συνείδηση του αναδύθηκε απότομα από τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ σ’ έναν υπερβατικό κόσμο γεμάτο κρεμασμένα βυζιά, τριχωτά αιδοία, ελεύθερους ώμους, αστραφτερές κοιλιές, γυμνά μπούτια και χέρια που χάιδευαν το κορμί του. Υποθέτω ότι οι κουκούλες στα κεφάλια και το απόκοσμο φως των κεριών, τον αποτέλειωσαν. Είμαι βέβαιος ότι το μυαλό του έπαθε τζετ-λαγκ στην ασαφή περιοχή ανάμεσα στην κόλαση και τον παράδεισο. Εξ ου και η επόμενη αντίδραση του. Έκλεισε πάλι τα μάτια, έφερε το χέρι μπροστά στο πρόσωπο του, το κούνησε βίαια σα να ήθελε να διώξει κάποιο κακό όνειρο ή μια μύγα που τον ενοχλούσε κι έβγαλε μια τρομαγμένη κραυγή: «Ξουτ! Φύγε!»
Η φωνή του ήταν το σύνθημα για τις μέγαιρες να σβύσουν αστραπιαία τα κεριά. Όταν ο Γιωργάκης ξανάνοιξε τα μάτια του, ήταν βυθισμένος στο σκοτάδι, με τα αερικά να έχουν εξαφανιστεί. Δεν τόλμησε ούτε καν να ανασηκωθεί στους αγκώνες του για να δει τι είχε συμβεί. Βυθίστηκε στον ταραγμένο του ύπνο κι οι μισόγυμνες κυρίες βγήκαν απ’ το δωμάτιο σκασμένες στα γέλια για να βάλουν τα υπόλοιπα ρούχα τους μπροστά μας. Όταν τις επόμενες μέρες βρεθήκαμε όλοι μαζί στη σχολή, ο αδερφός του μας έλεγε πως ο Γιωργάκης ξύπνησε την επομένη μ’ έναν φοβερό πονοκέφαλο, αλλά μ’ ένα περίεργο χαμόγελο απορίας κι ευτυχίας στο πρόσωπο. Όταν τον ρώτησε τι έπαθε, ο Γιωργάκης του είχε απαντήσει με δυο μισόλογα: «Είδα ένα τόσο ζωντανό όνειρο ρε Διονύση, που δεν θα την ξεχάσω ποτέ αυτή την Πρωτοχρονιά.» Αυτό μόνο του είπε...

Δεν υπάρχουν σχόλια: