Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

»Ένα κουρασμενο ψαρι

του Δημήτρη Καμπουράκηhttp://www.protagon.gr/?i=protagon.el.dolce&id=5861


Πασχίζω κάθε μέρα να κρατήσω ανέπαφο το μυαλό μου. Να συνεχίσω να το νιώθω γεμάτο, ολοζώντανο και κραταιό, όπως ήταν κάποτε. Αδύνατο. Όσα άλλοτε τροφοδοτούσαν τη διάνοια μου, τώρα την αδειάζουν. Όσα εμπνέανε την εγκεφαλική μου λειτουργία, τώρα την ξεκουτιαίνουν. Αυτά που κάποτε αποτελούσαν πρόκληση για την... κατάκτηση πνευματικών και βιωματικών Ελντοράντο, σήμερα έγιναν ανεπιθύμητα βραχυκυκλώματα που μετατρέπουν τη σκέψη μου σε ξεκούρδιστο ρολόι. Κάποτε, ο ξύπνιος γέμιζε ηδονικά τα διαμερίσματα του κεφαλιού μου και ο ύπνος τα ξεκούραζε, τακτοποιώντας μέσα τους τον χείμαρο των σκέψεων και των παραστάσεων. Τώρα ο ξύπνιος ανακαλύπτει στη θέση του νου μου έναν αποσταμένο χαμάλη που θέλει να πλαγιάσει και ο ύπνος τον στέλνει σ’ ένα βαθύ πηγάδι, απ’ το οποίο βγαίνει αγκομαχώντας μετά από ώρες.
Κάποτε οι δυσκολίες και τα εμπόδια ακόνιζαν την ικανότητα του μυαλού μου και χαλύβδωναν τη δύναμη του. Σήμερα η παραμικρή αναποδιά αποκτά την καταστροφική δύναμη τσουναμικού κύματος, που παραλύει με απανωτούς πανικούς τον πυρήνα του. Παλιότερα ορκιζόμουν πως το υλικό αυτού του πυρήνα ήταν τόσο σκληρό που δεν διασπάται, ούτε οξιδώνεται. Σήμερα νιώθω σα να έχω στο κέντρο της σκέψης και της θέλησης μου έναν αραιό χυλό, που κινείται πέρα-δώθε έτοιμος να χυθεί στο χώμα μόλις βρει τρύπα. Κάποτε, αποδεχόμουν και σκεφτόμουν, τώρα δυσανασχετώ και θυμώνω. Η επαναφορά από την αρτηριοσκληρωτική οργή στην θετική σκέψη, γίνεται όλο και δυσκολότερη. Το χαμόγελο μου απέναντι σε νέα πράγματα, ακρίβηνε. Απέρριψα τις φυγές, σταμάτησα να χαμογελώ. Ότι το χαμόγελο χρειάζεται έναν ακόμα γελαστό διαβάτη να έρχεται από απέναντι. Κι όμως, κάποτε θαρρούσα πως τα ψάρια δεν κουράζονται ποτέ να κολυμπούν. Μα όσο περνά ο καιρός, τόσο κονταίνει το σχοινί που με δένει με όλων των ειδών τις ακινησίες.
Πριν λίγα χρόνια είχα την ικανότητα να μετατρέπω κάθε τυχαία εμπειρία μου, σε πανί που μ’ έβγαζε στ’ ανοιχτά. Τώρα, μου χαρίζουν την πιο δυνατή τουρμπίνα κι εγώ τη μεταμορφώνω σε άγκυρα που με καθηλώνει στη νηνεμία του λιμανιού. Είδατε; Σήμερα την ονομάζω νηνεμία, παλιότερα την έλεγα λάσπη. Κάποτε λάτρευα τα φουσκωμένα άρμενα που μ’ έστελναν στις μακρινές συστάδες από πάλλευκα σύννεφα, τώρα αφήνω τον αέρα να φυσά άπρακτος ανάμεσα τα γυμνά ξάρτια μου. Παλιότερα, κάθε ταξίδι μου ήταν κι ένα παράτολμο ρεσάλτο στο κατάστρωμα του Μεγάλου Ανατολικού. Τώρα σειρά από δίμετρες γκόμενες μού γνέφουν από την κουπαστή, αλλά εγώ μετρώ τα σκεπασμένα με κόκκινο χαλί σκαλιά που πρέπει να διανύσω ως εκεί πάνω. Μια φορά κι έναν καιρό, όσο πιο άφραγκος ήμουν τόσο μακρύτερα πήγαινα, τώρα δέκα καλοπληρωμένοι χαμάληδες πανάκριβων πρακτορείων δυσκολεύονται να μετακινήσουν τη βαλίτσα μου από το πόδι της πολυθρόνας που κάθομαι.
Σε στιγμές ύψιστης συνειδητοποίησης της κατάστασης μου, επιστρατεύω σαχλές ψευδολογίες και κοινότοπες θεωρίες. Λέω: Μου απόμεινε όμως μία κάποια σοφία που αντικαθιστά την ορμή... η φύση προνοεί, διαλέγοντας να κρατήσει στο μυαλό αυτά που πράγματι αξίζουν... ο αυτοσαρκασμός και η αταβιστικός μηδενισμός μου, τα βέλτιστα δηλαδή στοιχεία του χαρακτήρα μου, παραμένουν ανέπαφα... η ευτυχία δεν κατοικοεδρεύει στην ποσότητα όσων κάνεις, αλλά στην ποιότητα όσων ξέρεις και νοιώθεις... και άλλα τέτοια. Παρηγορίες του κώλου. Ανάξιες δικαιολογίες που βλασταίνουν ακατάπαυστα μόνο και μόνο για να μ’ εμποδίσουν ν’ ασχοληθώ με το πραγματικά θεμελιώδες: Δυστυχώς Κυρίες και Κύριοι, δεν υπάρχει Θεός. Διότι τότε θα υπήρχε και Διάβολος. Οπότε θα ‘χα κι εγώ έναν υποψήφιο αγοραστή της ψυχής μου, με αντάλλαγμα μια θριαμβευτική επιστροφή του μυαλού μου. Όμως –φεύ- τέτοια αγοραπωλησία δεν διακρίνεται στον συννεφιασμένο ορίζοντα. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η εμπορική ανυποληψία (και όχι η ενεκπλήρωτη πρόθεση μου) αποτελεί την πραγματική ύβρη της ανθρώπινης ύπαρξης κι ας λένε οι παπάδες. Ούτως εχόντων όμως των δεδομένων, δεν έχει περαιτέρω νόημα να κατατρύχομαι με ανώφελες φιλοσοφικές αναζητήσεις. Τι απομένει λοιπόν; Το τώρα και το κάποτε του νου μου.
Ε λοιπόν, κάποτε το τσιγάρο, το αλκοόλ και οι άλλες παρεμφερείς ουσίες έστελναν τη διάνοια μου σε μια παράλληλη διάσταση, μέσα από την οποία αντιλαμβανόμουν πολλαπλασιαστικά την αξία των πραγμάτων και των βιωμάτων. Τώρα, κάθε ποτήρι που αδειάζω τα βράδυα και κάθε τσιγάρο που τελειώνει στα χείλη μου, καταστρέφει όσους εγκεφαλικούς νευρώνες στέκουν ακόμη όρθιοι και κατακαίει τα εναπομείναντα κύτταρα του εγκεφάλου μου. Τελειώνουν τα άτιμα. Πάνω στην πιο κρίσιμη στιγμή τελειώνουν. Τα έκαψα για να μάθω ποιον δρόμο άξιζε να πάρω και τώρα που θαρρώ πως ξέρω, η μηχανή ξώμεινε από καύσιμα.
Κάποτε ήμουν βέβαιος ότι δεν θα πεθάνω ποτέ. Δεν φανταζόμουν ότι δεν ήταν ανάγκη να πεθάνω, αρκούσε να ωριμάσω.
Και μην το εκλάβετε ως μοιρολόι, δεν είναι. Οι καλές μοιρολογίστρες πληρωνόντουσαν αδρά. Εγώ το κάνω τσάμπα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: