Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

»Η Αλεξανδρεια του Καβαφη

Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα http://www.aixmi.gr/index.php/h-alexandreia-tou-kavafi/


Στους νέους Αλεξανδρείς
Πλην ένα πράγμα με χαράν στο νου μου πάντα βάζω,
που στη μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσίν των που μισώ)
που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμαι εγώ εκεί
απ’ ταις πολλαίς μονάδες μία. Μες στ’ ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η... χαρά μ’ αρκεί.
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης δεν συναριθμείται πράγματι μέσα στα πέντε εκατομμύρια κατοίκους της σημερινής Αλεξάνδρειας. Το ορατό πρόσωπο αυτού του πληθυσμού είναι η φτώχεια· μια φτώχεια φαινομενικά αμέριμνη και χαμογελαστή· μια φτώχεια, που κατακλύζει τους δρόμους, που απλώνει τα «λάβαρά» της στα μπαλκόνια, φαιδρύνοντας τις γερασμένες προσόψεις των ωραίων άλλοτε κτιρίων.
Μισοερειπωμένα, λεπρά, χαίνοντα, τα μεγαλοπρεπή εκλεκτικά μέγαρα, οι κομψές επαύλεις στεγάζουν ένα πληθυσμό αλλότριο, που μοιάζει να τα χρησιμοποιεί χωρίς να τα καταλαβαίνει. Το ίδιο αίσθημα δοκίμασα άλλοτε και στις παλιές ελληνικές συνοικίες της Πόλης, στο Φανάρι. Αστυφιλία και δημογραφική έκρηξη, μαζική μετακίνηση αγροτικών πληθυσμών στα αστικά κέντρα ορίζουν τώρα τη φυσιογνωμία των πόλεων της Αιγύπτου. Αλλά ενώ στο Κάιρο ο λαός αυτός κινείται σε οικείο χώρο, εδώ μοιάζει έπηλυς μέσα στο μεγάλο κοσμοπολίτικο λιμάνι της Μεσογείου, που διατηρεί ακόμη δυνατό άρωμα μνήμης από το ένδοξο παρελθόν.
Μέσα σ’ αυτό το άρωμα μπορείς ακόμη να συναντήσεις τον Kαβάφη. Το καβαφικό προσκύνημα επιβάλλεται να ξεκινήσει από το διαμέρισμα της οδού Λέψιους, που σήμερα λειτουργεί ως Μουσείο με τη φροντίδα του «Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού». Μέσα στο ημίφως, που ανακαλεί την προσφιλή ατμόσφαιρα του ποιητή, διακρίνεις τα λιγοστά έπιπλα – που δεν είναι άλλωστε αυθεντικά, αλλά ανήκουν στο ύφος και στην εποχή των παλαιών εκείνων: «Επιπλωμένο χωρίς αξιώσεις για το ρυθμό, χωρίς πίνακες αξίας ολόγυρα, ήταν ένα από εκείνα τα μελαγχολικά διαμερίσματα όπου λείπει η γυναίκα», θυμάται ο φίλος του ποιητή Ατανάζιο Κατράρο που τον είχε επισκεφθεί για πρώτη φορά το 1918. «Λείπει η γυναίκα;» μόνο μια γυναίκα είχε το δικαίωμα να παραβιάσει αυτό το άβατο: Η Χαρίκλεια Φωτιάδη, η Κωνσταντινοπολίτισσα μητέρα του ποιητή. Η φωτογραφία της, λίγο πιο χλωμή από τα χρόνια, στολίζει ακόμη τον τοίχο του σαλονιού.
Το σπίτι μας φαίνεται γνώριμο από την πολλή συνάφεια με τον κλειστό κόσμο της καβαφικής μούσας:
«Α, η κάμαρη αυτή, τι γνώριμη που είναι
κοντά στην πόρτα εδώ ο καναπές,
κι εμπρός του ένα τουρκικό χαλί
σιμά το ράφι με δυο βάζα κίτρινα.
Δεξιά· όχι, αντικρύ, ένα ντουλάπι με καθρέπτη.
Στη μέση το τραπέζι όπου έγραφε·
κ’ οι τρεις μεγάλες ψάθινες καρέγλες.
Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεβάτι
που αγαπηθήκαμε τόσες φορές.
Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεβάτι·
ο ήλιος του απογεύματος τώφθανε ως τα μισά».
Οι αληθινοί ένοικοι αυτού του σιωπηλού διαμερίσματος είναι οι ωραίοι νέοι της καβαφικής ποίησης· τα σώματα του έρωτα τα ερατεινά, τα «ινδάλματα της ηδονής» τα αμάραντα: Ο Ιασής, ο Λεύκιος, ο Λάνης, ο Ευρίων, ο Έμης. Αλήθεια, γιατί τόσοι τάφοι «φημισμένων για εμορφιά» εφήβων, που «μεγάλως αγαπήθηκαν», μέσα στη καβαφική τοπογραφία;
Νομίζω την απάντηση τη δίνουν οι ίδιοι οι στίχοι. Αυτές οι «θανατογραφίες» παγιδεύουν το χρόνο, αναχαιτίζουν τη φθορά, ανήκουν στα τεχνάσματα και στους μηχανισμούς της μνήμης, ζωοδόχου πηγής της ποίησης του Καβάφη: «Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών, που ηύρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα». Αιχμάλωτοι του χρόνου, αειθαλείς, οι ιδανικοί νέοι του Καβάφη, «σαν σώματα ωραία που δεν εγέρασαν, και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό», μετατίθενται έτσι στο βασίλειο της μνήμης, απ’ όπου μπορεί να τους ανακαλεί «ρεμβαστικά» κατ’ επιθυμίαν και βούλησιν.
«Ο Λάνης που αγάπησες εδώ δεν είναι, Μάρκε,
στον τάφο που έρχεσαι και κλαις, και μένεις ώρες και ώρες.
Τον Λάνη που αγάπησες τον έχεις πιο κοντά σου
στο σπίτι σου όταν κλείεσαι και βλέπεις την εικόνα».
Όταν δεν πεθαίνουν οι ηδονικοί έφηβοι, φεύγουν μακριά, όπως ο νέος «με τα ωραία γκρίζα μάτια» σαν «οπάλιο». «Θ’ ασχήμισαν – αν ζει – τα γκρίζα μάτια· θα χάλασε τ’ ωραίο πρόσωπο. Μνήμη μου, φύλαξέ τα, συ ως ήσαν».
Η παρέκκλισή του, το πάθος του οδηγούσε τον Καβάφη να βλέπει τους νέους σαν την άφθαρτη εικόνα της νεότητας· από το είδος, την εξατομικευμένη περίπτωση, αναγόταν στο γένος. Γι’ αυτό οι προσωπογραφίες, οι σωματογραφίες των καβαφικών νέων συνθέτουν τελικά ένα και μόνο ιδανικό πορτρέτο, όπως στα Φαγιούμ ή στη ζωγραφική του Τσαρούχη.
Το διαμέρισμα της οδού Λέψιους αντίκριζε άλλοτε το νοσοκομείο της ελληνικής κοινότητας, γειτόνευε με την κακόφημη συνοικία της Αλεξάνδρειας, ενώ βρισκόταν πλάι στους κεντρικούς και πολυθόρυβους δρόμους της αγοράς, των τραπεζών, των ταξιδιωτικών γραφείων. Βγαίνοντας στο μπαλκόνι, ο ποιητής αγκάλιαζε με το βλέμμα την «αγαπημένη πολιτεία», «την κίνηση του δρόμου και των μαγαζιών». Κατεβήκαμε παραζαλισμένοι από το άξαφνο και πυρωμένο φως στους «δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι, κέντρα γεμάτα κίνηση που τέλεψαν, και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά», όπως προφήτευε ο ποιητής το 1918.
Το προσκύνημα του Καβάφη συνεχίζεται στη σύγχρονη αραβική πόλη με τις πολύχρωμες και πολυάνθρωπες αγορές «με τις καλές πραμάτειες και τα ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής». Οι αθάνατοι νέοι της ποίησής του κυκλοφορούν στους δρόμους, γιατί οι Αιγύπτιοι είναι ωραία πανάρχαιη φυλή με δυναμισμό ακατάβλητο. Παιδιά και νέοι δίνουν τον εύθυμο τόνο τους στη σύγχρονη Αλεξάνδρεια, αντίθετα με τη γερασμένη Αθήνα.
Το προσκύνημα καταλήγει στο αρχοντικό νεκροταφείο της ελληνικής κοινότητας στο Σάτμπι, όπου αναπαύεται το σκήνωμα του ποιητή. Εδώ η εικόνα του ρημαγμένου ελληνισμού είναι συμπυκνωμένη σε σύμβολο. Τα ευγενή μάρμαρα, οι ωραίοι ναΐσκοι, τα αγάλματα, χορταριασμένα και αφίλητα, χωρίς άνθη, χωρίς καντήλια, χωρίς τη μνήμη των ζωντανών. Η καθαρή ταυτολογία του θανάτου. Και πλάι, το αραβικό νεκροταφείο, ακμαίο, ολάνθιστο, πολύκλαυστο, και πολυφίλητο από πλήθος γυναίκες με σεμνές καλύπτρες και παιδιά. Τελικά το νεκροταφείο είναι το πιο εύγλωττο σύμβολο ζωής μιας κοινότητας· παράδοξα και αντινομικά.
Η Αλεξάνδρεια του Καβάφη δεν είναι η πόλις που μας δέχτηκε· είναι «σαν κάτι ιερό που προσκυνώντας το πλησιάζεις, σαν οπτασία τόπου ωραίου, σαν όραμα ελληνικών πόλεων και λιμένων».
Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ στις 29 Μαΐου 1994. Ξανάγινε επίκαιρο χάρις στο νέο αθηναϊκό «σπίτι» του Καβάφη, στα δρώμενα και στις εκθέσεις που είναι αφιερωμένα στη μνήμη και την ποίησή του αυτό τον καιρό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: