Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

»Τι καιρο θα παρετε, παρακαλω;

της Ρέας Βιτάλη http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=4982


Eίχαν προαναγγείλει βροχή και πτώση της θερμοκρασίας ωστόσο η μέρα ξημέρωσε με έναν ήλιο να! Απολάμβανα το τσάι μου αγναντεύοντας τη θάλασσα. «Γαμώτο ξέχασα τα γυαλιά μου!» άκουσα το διπλανό να λέει «Με στράβωσε ο κωλοήλιος» συνέχισε με οργή. Γύρισε ανάποδα την καρέκλα λες και του έκανε μουτράκια αλλά στο ...καπάκι «Καίγεται ο σβέρκος μου» διαμαρτυρήθηκε. «Μ΄αρέσει που έλεγαν για βροχή!...» τον σιγοντάρισε και η συνοδός του εξίσου θυμωμένη με στρασάκια στα νύχια και παντελόνι σε μέγεθος που αφαιρείται με εγχείρηση. Μετά κατέφθασε μια παρέα δυο ζευγαριών και ενός μωρού φασκιωμένου σαν να το πήγαιναν στην Αλάσκα. Αλλάξανε τρεις, τέσσερις θέσεις και άλλες τόσες σκέψεις για θέσεις. «Εδώ χτυπάει ο ήλιος κατακούτελα. Θα καεί το παιδί», «Εδώ φυσάει. Θα κρυώσει το παιδί», «Εδώ θα μας πετύχει ο ήλιος αργότερα»… Κάποτε κάθισαν και ησυχάσαμε! Αμ δε…Ξαφνικά ο καιρός άρχισε ν΄αλλάζει. Συννέφιασε. Και σχεδόν αστραπιαία άρχισε ν΄αλλάζει και το σκηνικό γύρω μου. Μια περίεργη κινητικότητα, λέξεις κοφτές, μάτια φλύαρα αρχικά, μετά ανήσυχα, στη συνέχεια και έντρομα θα τα έλεγα… «Πάει για βροχή. Σήκω!» είπε κοφτά μια κυρία μεταμορφωμένη σε λεοπάρδαλη ενδυματολογικά, στον έρμο σύζυγό της που μόλις είχε ανοίξει την εφημερίδα του και είχε κάνει το «αχ» της ανακούφισης. «Σήκω!» του επανέλαβε συνωμοτικά «Θα βρέξει» ψιθύρισε. «Και τι θες να κάνω εγώ;» αναρωτήθηκε ο αφελής. «Σήκω» του επανέλαβε και τον κοίταξε με νόημα ενώ στην όψη της αποκρυπτογραφήθηκαν οι σκέψεις της «που να καταλάβεις μοσχάρι!». Τον σήκωσε λοιπόν άρον άρον και τον «τοποθέτησε» σε σημείο του καφενείου που είχε σκέπαστρο από πάνω. Η κίνησή της δεν πέρασε απαρατήρητη από το «κοινό» του καφέ. Θαρρείς λειτούργησε σαν «Πυρ»…Ο ένας μετά τον άλλον έριχναν σπόντες «αν βρέξει….θα….», «εκεί έχει σκέπαστρο αν και…», «Άντε μωρέ! Αλλά αν εσύ…». Ούτε να περιμέναμε τυφώνα! Το κωμικό δε ήταν ότι κανένας δεν έλεγε ξεκάθαρα στον άλλον το θέμα…Όλοι συνωμοτικά, όλοι κοφτά και με πολλά στοιχεία νοηματικής επικοινωνίας. Ώσπου έπεσε η πρώτη ψιχάλα της βροχής. Αυτό ήταν! Άρχισαν τα όργανα…«Το παιδί θα βραχεί!» (εννοούμε το παιδί εσκιμώος), «Πιάσε το τραπέζι αμέσως μη το πιάσει άλλος! Στόλεγα τόση ώρα αλλά εσύ πού!!!», «Την τσάντα μου πάρε», «Άσε τη τσάντα σου τώρα, θα μας πάρουν το τραπέζι άλλοι…», «Την τσάντα μου παιδί μου! Έχω λεφτά, με κάνεις και φωνάζω και μ΄ακουν…», «Εγώ τρέχω να φέρω το αυτοκίνητο μη βραχείτε», «Τρέχα! Τα κλειδιάάαάάάά», «Κατάλαβες τώρα γιατί φώναζα πριν;», «Τα κλειδιάάάά σου φωνάζω μια ώρα. Δεν ακούς;»…Τι ήταν αυτό; Τι αναστάτωση! Τι αγωνία! Δέκα σταγόνες βροχής και κουνήθηκε το σύμπαν μας…To ένα και μοναδικό. Το σύμπαν το ελληνικό, το κακομαθημένο. «Κωλόκαιρος» η μόνη λέξη που ακούγονταν ξεκάθαρα απ΄όλους .Έμεινα να παρατηρώ…Πόσο σ΄επιφυλακή είμαστε ως λαός (ούτε τσοπανόσκυλο σε στάνη) για τ΄ανούσια και πόσο αδιάφοροι για τα ουσιαστικά; Πόσο υποψιασμένοι και πόσο τελικά ανυποψίαστοι; Πόσο έτοιμοι και ένθερμοι και πόσο εν τέλει άβουλοι, οκνηροί και αδιάφοροι; Πόσο προνοητικοί στη ψιχάλα και πόσο «δε γαμιέται!» στη προδιαγεγραμμένη μπόρα…Ένα κυριακάτικο πρωινό στη Βουλιαγμένη. Έμεινα να παρατηρώ και ν΄απορώ… Μέχρι που μια λεπτομέρεια άναψε το λαμπάκι στο φωτεινό μου παντογνώστη… Κανενός το θέμα δεν ήταν να προστατευτεί από τη βροχή αλλά να μη βρεθεί απροστάτευτος εν αντιθέσει προς τον διπλανό του. Το θέμα δεν ήταν να βρουν απάγκιο αλλά να προλάβουν μη πιάσει άλλος το απάγκιο. Ο στόχος μας είναι ο άλλος…Ένα πρωινό στη Βουλιαγμένη. Ο ήλιος έκανε κόντρες με τη βροχή…Η μονομαχία κράτησε πέντε έξη λεπτά όσα και η βροχή. Μετά ξαναβγήκε ο ήλιος…Ίσα για να μας ξεμπροστιάσει, που ως συνήθως… Είχαμε εκλάβει τ΄ ανάλαφρα ως σοβαρά και τα σοβαρά ως....Άστα να πάνε!Πόσο μας μοιάζει ο καιρός μας; Γοητευτικά ακραίος…





Δεν υπάρχουν σχόλια: